Η επίθεση στους στους χώρους εργασίας και η αλλοίωση της συνείδησης.

Με την ενηλικίωσή του ο άνθρωπος εντάσσεται σε μία κοινωνική τάξη. ανάλογα με τη θέση που παίρνει στην παραγωγική διαδικασία. Επειδή κατά κανόνα δεν έχει καν ακούσει την αντικειμενική διαίρεσή της σε κοινωνικές τάξεις, αγνοεί παντελώς τους νόμους κίνησής της και δυσκολεύεται να αποκτήσει ταξική συνείδηση.

Το κοινωνικό περιβάλλον, η στρεβλή παιδεία και άλλοι παράγοντες διαμορφώνουν μέσα του μια παραμορφωμένη αντίληψη για τον κόσμο.

Ακόμη αν ένας νέος προέρχεται από μια οικογένεια που ανήκει στην εργατική τάξη, συχνά διαπαιδαγωγείται με την αντίληψη, πως πρέπει να ξεφύγει από αυτή την τάξη και αυτό θα συμβεί μόνο αν “μάθει γράμματα”. Παροτρύνεται να μορφωθεί ώστε να αποκτήσει οικονομική υπεροχή απέναντι στην υπόλοιπη κοινωνία. Πιστεύει ότι η μόρφωση είναι ένα μέσο πλουτισμού και δραπέτευσης από την εργατική τάξη της πατρικής του οικογένειας..

Η πολυδιάσπαση της εργατικής τάξης

Η πείρα που απόκτησε η αστική τάξη στον 20ο αιώνα την οδήγησε στο συμπέρασμα ότι τη συμφέρει να αντιμετωπίζει μια εργατική τάξη διασπασμένη σε αλληλοσυγκρουόμενες ομάδες. Ξεκινώντας με τη διάκριση των εργαζομένων σε “μπλε και λευκά κολάρα” σταδιακά οδήγησε την εργατική τάξη στην πολυδιάσπαση. Σε διαφορετικές ομάδες εργαζομένων δημιουργήθηκαν διαφορετικές συνθήκες εργασίας και σε μερικές δόθηκαν προνόμια, που τις έκαναν να ξεχωρίζουν από τις υπόλοιπες. Διαφορετική ήταν η αντιμετώπιση των εργαζομένων στα διοικητικά τμήματα, στο τμήμα παραγωγής, στη συντήρηση κλπ. Ανεξάρτητα όμως από τα αισθήματα υπεροχής ή κατωτερότητας, όλοι οι εργαζόμενοι στον ένα ή τον άλλο βαθμό αισθάνονται ανασφάλεια για το μέλλον τους και αντιμετωπίζουν ανά πάσα στιγμή τον κίνδυνο της απόλυσης, ανεξάρτητα από την απόδοση και τη συμπεριφορά τους.

Οι μεγάλες εταιρίες εξυπηρετώντας τόσο το επιχειρηματικό όσο και το ταξικό τους συμφέρον συχνά καταργούν ολόκληρα τμήματα της επιχείρησης (λογιστήριο, μηχανουργείο, τμήμα συντήρησης, τμήμα διακίνησης, συσκευασίας, μεταφορών κ.ά) και χρησιμοποιούν εργαζόμενους που απέλυσαν ως υπεργολάβους αυτοαπασχολούμενους ή οργανωμένους σε μικρές εταιρίες. Οι νέοι αυτοί “επιχειρηματίες”, ενώ τις περισσότερες φορές υφίστανται την ίδια ή και χειρότερη εκμετάλλευση, έχουν την αυταπάτη ότι ξέφυγαν και συντηρούν το όνειρο να γίνουν κάποτε μεγαλοεπιχειρηματίες.

Ανεξάρτητα από το βαθμό της επαγγελματικής τους επιτυχίας τους, εξαρτώνται άμεσα από τις εργοδότριες εταιρίες για παραγγελίες, πρώτες ύλες, εργαλεία, μεθόδους εργασίας, βοηθητικό προσωπικό και άλλα μέσα. Η μονοπωλιακή πολιτική των επιχειρηματικών ομίλων χειροτερεύει την εξάρτησή τους. Οι υπεργολάβοι έχουν την ψευδαίσθηση ότι παίρνουν δικές τους αποφάσεις, ότι κάνουν δικές τους επιλογές, αλλά κατά βάση η ύπαρξη και η δράση τους εξαρτάται από την πολιτική των εργοδοτριών-εταιριών. Συχνά οδηγούνται στο μαρασμό, στην πτώχευση και όταν βρεθούν στην ανεργία ζηλεύουν εκείνους, που εργάζονται για ένα κομμάτι ψωμί, έστω και κάτω από απάνθρωπες συνθήκες. Ακόμη όμως και σ΄ αυτή την περίπτωση δυσκολεύονται να αποκτήσουν ταξική συνείδηση και συχνά η μήνη τους στρέφεται εναντίον της εργατικής τάξης, των μεταναστών και άλλων συντελεστών.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες η συνδικαλιστική οργάνωση και δράση των εργαζομένων σε μικρές επιχειρήσεις είναι δυσκολότερη. Από τη μια μεριά αισθάνονται ότι εξ αιτίας του μικρού μεγέθους της επιχείρησης η οργάνωσή τους είναι αδύναμη και ευάλωτη. Από την άλλη έχουν προσωπική αντίληψη για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει το “αφεντικό”, που μερικές φορές προσφέρει προσωπική εργασία στην επιχείρηση. Έτσι έχουν την ψευδαίσθηση ότι “όλοι, εργαζόμενοι και αφεντικά βρίσκονται στην ίδια βάρκα” και το συμφέρον του ενός είναι και συμφέρον του άλλου. Κάτω από αυτές τις συνθήκες καθυστερεί η ανάπτυξη της ταξικής τους συνείδησης και πέφτουν πιο εύκολα θύματα της αστικής προπαγάνδας.

Ιδεολογική ενσωμάτωση των εργαζομένων.

Οι εργαζόμενοι μέσα στους χώρους εργασίας δέχονται ένα καταιγισμό ιδεολογημάτων, που έχουν στόχο την αλλοτρίωση της συνείδησής τους. Η ιδεολογία τους διαφθείρεται συνειδητά όχι μόνο μέσα στους χώρους εργασίας αλλά και μέσα στα συνδικάτα τους.

Στον εργαζόμενο, που δεν έχει καταλάβει τους νόμους κίνησης της κοινωνίας δημιουργείται η αντίληψη πως το αφεντικό είναι εκείνο που προσφέρει εργασία στον εργαζόμενο. Δεν είναι τυχαία η αυθόρμητη χρησιμοποίηση του όρου “εργοδότης”, που σημαίνει “αυτός που προσφέρει εργασία” στον εργαζόμενο. Μέσα στην επιχείρηση καλλιεργείται η αντίληψη πως πρέπει “να πάει καλά η δουλειά του αφεντικού ώστε να φάει και ο εργάτης γλυκό ψωμάκι”. Δεν καταλαβαίνει ο εργαζόμενος ότι αυτός είναι που με την υπεραξία που παράγει ταΐζει το αφεντικό και όχι το αντίστροφο. Αγνοεί ότι ο επιχειρηματίας υπάρχει επειδή υπάρχουν εργαζόμενοι και όχι το αντίστροφο. Δύσκολα αντιλαμβάνεται την αντικειμενική αλήθεια ότι “χωρίς εργάτες γρανάζι δε γυρνά”.

Στις σημερινές συνθήκες μάλιστα, που η μεγάλη μάζα του επιστημονικού προσωπικού μιας εταιρίας ανήκει στην εργατική τάξη, είναι όχι μόνο αληθινό αλλά και απόλυτα εφικτό οι εργαζόμενοι να μπορούν να λειτουργήσουν μόνοι τους τις επιχειρήσεις, χωρίς αφεντικά, πως αυτό είναι το συμφέρον τους και ταυτόχρονα το συμφέρον όλης της κοινωνίας.

Η αστική προπαγάνδα μαζί με τις καπιταλιστικές συνθήκες εργασίας ωθούν σε αντιπαράθεση τους εργαζόμενους. Φροντίζουν ώστε, ο εργαζόμενος να θεωρεί αντίπαλό του την εργαζόμενη γυναίκα και το μετανάστη που η αμοιβή τους είναι χαμηλότερη. Αντίπαλος για τον παλιό εργαζόμενο να θεωρείται ο νέος, που αμείβεται λιγότερο αλλά συχνά έχει περισσότερες θεωρητικές γνώσεις από τον παλιό.

Οι εργαζόμενοι χρησιμοποιούνται από τους επιχειρηματίες σαν αιχμή του δόρατος για την αντιμετώπιση των προβλημάτων τους, του ανταγωνισμού και της κυβερνητικής πολιτικής. Με την απειλή των απολύσεων παραγράφονται τα χρέη των επιχειρήσεων προς το δημόσιο, διευθετούνται χρέη προς τις τράπεζες, χορηγούνται σκανδαλώδη δάνεια και προνόμια, ενώ παράλληλα μειώνονται μισθοί και καταργούνται δικαιώματα που έχουν κερδίσει οι εργαζόμενοι με τους αγώνες τους.

Η ανεργία αυτή καθ΄ αυτή έχει αρνητικές ψυχολογικές συνέπειες για τους εργαζόμενους. Ο άνεργος δε χάνει μόνο την εργασία του αλλά και την ελπίδα του. Η εξάρτησή του από την ελεημοσύνη τσακίζει την αξιοπρέπειά του. Αρνητικές συνέπειες για την ψυχολογία των εργαζομένων στο δημόσιο έχει και η πρόσληψη υπεράριθμου προσωπικού. Η συνείδηση των υπεράριθμων διαφθείρεται και τσακίζεται όταν πληρώνονται χωρίς να εργάζονται. Βρίσκονται συνεχώς εξαρτημένοι από τον πολιτικό που μεσολάβησε για την πρόσληψή τους, υποκλίνονται και μετατρέπονται αυτοί και οι οικογένειές τους σε όμηρους στις εκλογικές αναμετρήσεις

Η αυταπάτη της συμμετοχής στα κέρδη.

Με διάφορες μορφές αμοιβής, όπως η “συμμετοχή των εργαζομένων στα κέρδη” και η “κεφαλαιοποίηση του μισθού” οι εργαζόμενοι έχουν την ψευδαίσθηση πως είναι κι αυτοί λίγο ως πολύ αφεντικά. Επίσης στις επιχειρήσεις χρησιμοποιώντας το προσωπικό σε διευθυντικές λειτουργίες – χωρίς φυσικά τη δυνατότητα λήψης αποφάσεων αντίθετων προς τα συμφέροντα του αφεντικού- το προσωπικό αυτό αισθάνεται ότι η πρόοδος της επιχείρησης είναι προσωπική του υπόθεση και πως το δικό του συμφέρον ταυτίζεται με το συμφέρον της επιχείρησης. Με τον τρόπο αυτό δημιουργούνται στελέχη κατ΄ εικόνα και καθ΄ ομοίωση του ιδιοκτήτη της επιχείρησης, έτοιμα να εφαρμόσουν τις πιο απάνθρωπες επιλογές της επιχείρησης και να υπερκεράσουν σε σκληρότητα τους ίδιους τους επιχειρηματίες.

Σε περιόδους καπιταλιστικής ανάπτυξης, σπρώχνοντας το ενδιαφέρον των εργαζομένων προς το χρηματιστήριο καλλιεργούν στην εργατική τάξη την ψυχολογία του ατομικού ιδιοκτήτη και την ενσωματώνουν στη λογική της διαχείρισης του καπιταλισμού. Εκεί οι εργαζόμενοι χάνοντας τις οικονομίες τους χάνουν και την αυτοεκτίμησή τους, επειδή “παίξανε με τους δυνατούς” και χάσανε.

Η ιδεολογική ενσωμάτωση στα συνδικάτα.

Η χειραγώγηση των συνδικάτων από την εργοδοσία πραγματοποιείται με άμεσους και με έμμεσους τρόπους. Πραγματοποιείται με την ανάδειξη συμβιβασμένων ηγεσιών και με την εξαγορά παλιών. Κάτω από αυτές τις ηγεσίες οι εργαζόμενοι αποκτούν ρεφορμιστικές αντιλήψεις, ηττοπάθεια, περιθωριοποιούνται και ξεκόβουν από τους ταξικούς αγώνες.

Με την παρότρυνση της εργοδοσίας μαζικά συνδικάτα διασπώνται σε μικρότερα π.χ. πτυχιούχων και μη πτυχιούχων, τεχνικού προσωπικού και διοικητικού προσωπικού κ.ά. Τα συνδικάτα αυτά αντί να έχουν στο στόχο τους την επίλυση των γενικότερων προβλημάτων του κλάδου τους, κινούνται από μικροσυμφέροντα και έρχονται σε αντιπαράθεση με τα συνδικάτα των υπόλοιπων εργαζομένων.

Τα ρεφορμιστικά συνδικάτα που επιδιώκουν τη βελτίωση των εργασιακών συνθηκών μπλέκονται σε “κοινωνικούς διαλόγους” για την εξεύρεση “συμβιβαστικών λύσεων” που σε τελευταία ανάλυση εξυπηρετούν τον ταξικό τους αντίπαλο. Κάνουν πράξη την προπαγάνδα της ταξικής ειρήνης, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση πως το επιχειρηματικό κέρδος πάει χέρι-χέρι με την υλική ευημερία του λαού. Οι ηγέτες αυτοί έχουν πάψει προ πολλού να υποστηρίζουν τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και υπερασπίζονται την πολιτική των μονοπωλίων.

Στις διαμαρτυρίες τους τα ρεφορμιστικά συνδικάτα προβάλλουν αιτήματα που αφήνουν στο απυρόβλητο την αιτία της δυστυχίας τους και χρησιμοποιούν πυροσβεστικά συνθήματα όπως “ρίξτε λεφτά στην αγορά” “πάρτε πίσω τα μέτρα” κ.ά.

Η ιδεολογική ενσωμάτωση σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης.

Με στόχο την αντιμετώπιση της καπιταλιστικής κρίσης, που δημιουργείται από την υπερσυσσώρευση κεφαλαίου, οι εργαζόμενοι υφίστανται από τους προπαγανδιστικούς μηχανισμούς της αστικής τάξης μία ολόπλευρη πλύση εγκεφάλου. Παρακολουθούν στα δελτία ειδήσεων και στα τραπέζια των συζητήσεων διαλόγους που επικεντρώνουν το θέμα σε οικονομικά μεγέθη και όρους όπως διαρθρωτικές αλλαγές, αποδοτικότητα, χρηματοοικονομικά αποτελέσματα, εξυπηρέτηση δανείων, παραγωγικότητα. Μπερδεύονται με οικονομικούς δείκτες όπως οι Dow Jones, Nasdaq, στατιστικά,δημοσιονομικά μεγέθη και εμπλέκονται σε ένα κυκεώνα όρων και στοιχείων που αφορούν την κρίση του κεφαλαίου και τις προσπάθειες ανάκαμψής του..

Όλα αυτά τα μεγέθη πλασάρονται από τα ΜΜΕ σαν κριτήρια για την έξοδο από την κρίση, διοχετεύοντας έντεχνα στο λαό την αντίληψη πως η ζωή και το μέλλον του εξαρτάται από τη διαμόρφωση αυτών των δεικτών. Αγνοούν ότι αυτά τα στοιχεία δεν είναι παρά καπιταλιστικά μεγέθη και όροι για την παρακολούθηση της κίνησης του κεφαλαίου.

Αρνητικές ψυχολογικές επιπτώσεις έχει και η δράση των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων (ΜΚΟ), των Κοινωνικών συνεταιριστικών Επιχειρήσεων (ΚΟΙΝΣΕΠ) και του εθελοντισμού. Δημιουργούνται και χρησιμοποιούνται από τις αστικές κυβερνήσεις και την ΕΕ για την εξασφάλιση δωρεάν εργασίας απαλλάσσοντας το καπιταλιστικό κράτος από την υποχρέωση να προσλάβει εργαζόμενους για υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, ενώ ταυτόχρονα έχουν αρνητικές ψυχολογικές συνέπειες για τους εργαζόμενους εξ αιτίας της προπαγάνδας, ότι προσφέρουν “κοινωνική αλληλεγγύη” ενώ στην πραγματικότητα συγκαλύπτουν και ανακυκλώνουν την ανεργία, την υποαπασχόληση και τη φτωχοποίηση του λαού.

Η αντιμετώπιση της ολόπλευρης επίθεσης

Κάτω από αυτές τις συνθήκες δυσκολεύεται η ωρίμανση της ταξικής συνείδησης της εργατικής τάξης, που είναι βασικό όπλο για την αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων. Παράλληλα όμως οι κινητοποιήσεις των ταξικών δυνάμεων ωριμάζουν τους εργαζόμενους, που συνειδητοποιούν μέσα από τη δική τους πείρα, ότι οι πολύπλευρες δυσκολίες, οι αντικειμενικές αδυναμίες, οι ανεπιτυχείς αγώνες και τα πισωγυρίσματα έχουν προσωρινό χαρακτήρα. Συνειδητοποιούν ότι όλα αυτά μπορούν να καθυστερήσουν αλλά δεν μπορούν να αποτρέψουν την ανατροπή του καπιταλισμού.

 

http://dioti.gr/index.php/2014-09-16-18-38-46/463-8-4

Advertisements